Κρατώ μια συμπάθεια στους καλούς δημοσιογράφους. Φαντάζομαι οτι αυτό οφείλεται στην σπανιότητά τους. Η συμπάθεια μου αυτή μ’ έκανε να προσέξω ιδιαίτερα το ποστ του Blog Me Tender (the sequel). Στο κείμενό του ο συγγραφέας, με συμπαραστάτισσες την ιστολογική και κριτική του εμπειρία, επιχειρεί έναν αναστοχασμό πάνω στο γίγνεσθαι των ελληνικών ιστολογίων.
Αφορμή των σκέψεών του πάνω στα ιστολογικά πράγματα ένα παλαιότερο κείμενο του ιδίου, δημοσιευμένο πριν δύο χρόνια. Υποπτεύομαι πως αιτία είναι είναι η εντός της περασμένης βδομάδος δημοσίευση στην “Κ” της κριτικής της κας Μιχαλοπούλου. Λίγο όμως ενδιαφέρει αυτό. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι η ουσία των λεγομένων του πάνω στα οποία θα ήθελα να διατυπώσω κάποιες σκέψεις, όχι αναγκαστικά στην ίδια συλλογιστική γραμμή.
Ο Νίκος Ξυδάκης ξεκινά την παρουσίαση του αναστοχασμού του αποκρυσταλλώνοντας την πρωτοπορία της καινούργιας εκφραστικής μορφής. Λέει πως το μέσον:
με οδήγησε σε δικούς του δρόμους, με έβαλε να γράψω διαφορετικά, να γευτώ τις ηδονές των υπερδεσμών και της υπερκειμενικής γραφής, να παίξω με μουσικές και βίντεο που μεταμόρφωναν πρωτόγνωρα τις λέξεις.
Τον παρακολουθώ. Συνεχίζει:
(…) εκεί, στα εφήμερα κηπάρια του Δικτύου, καλλιεργείται ένα στυλ που είναι προκλητικό, ερεθιστικό του νοός, σαγηνευτικό, τσιτωμένο στα κόκκινα.
Συμφωνώ. Προσθέτει:
το στυλ μπορεί να δρά παράλληλα με το περιεχόμενο
Εξακολουθώ να τον παρακολουθώ, πιστεύοντας οτι διακρίνει και προτιμά μια ρητή και σταθερή γραμμή βασισμένη στα μορφικά χαρακτηριστικά του ιστολογείν από την ασύγκριτη αταξία που δημιουργεί το περιεχόμενο των ποστ χιλιάδων ανθρώπων. Αλλα ξαφνιάζομαι και δεν καταλαβαίνω απολύτως τίποτα όταν παρατηρεί πως το ελληνικό ιστολογείν υποφέρει από τις παιδικές ασθένειες της δημοσιογραφίας
εντυπωσιοθηρία, αδιασταύρωτη είδηση, αφρόντιστη γλώσσα.
κάνοντας αναλογική ανάγνωση της ηθική ευθύνης ενός δημοσιογράφου κι ιχνογραφώντας την πάνω στους ιστολόγους, σημειώνοντας οτι φέρουν
παρόμοια την ηθική ευθύνη έναντι του δυνητικού κοινού. Και ακεραία την ευθύνη για το ψέμα ή την κακογουστιά. Κρίνεται και ο μπλόγκερ, όπως κρίνεται ο κάθε δημοσιολογών.
Και δεν τον καταλαβαίνω γιατί δική σμου αίσθηση είναι, πολύ απλά, πως ο μπλόγκερ δεν συνιστά απόχρωση του δημοσιογράφου. Πέρα από τα λίγα ιστολόγια που αναπαράγουν ειδήσεις όπως το OpenItNow ή μπλογκ που σχολιάζουν δημοσιογραφικώ τω τρόπω την επικαιρότητα, όπως το Ιστολογιον (παραπέμπω στα καταχωρημένα στα εν λόγω ιστολόγια λυνκ για περισσότερα παραδείγματα), όσοι ιστολόγοι αναστοχάζονται πάνω σ’ αυτά που λέει η πρωινή εφημερίδα, διηγούνται στον εαυτό τους τα όσα δεν λέει. Και τούτο γιατί το μπλογκιν ολοένα περικλείνει και συνδυάζει τους περισσότερους από τους “άτυχους” εκείνους που η κλίση τους, τους καλεί σε ένα είδος παραληρηματικής ενασχολήσης.
Ονομάζω παραληρηματικές όλες τις δουλειές που το κύριο εργαλείο τους είναι η γνώμη την οποία έχουμε για τον εαυτό μας και πρώτη ύλη τους, η γνώμη που έχουν οι άλλοι για μας. Ο όρος αρκετά συχνά λαμβάνεται στραβά, ως μια εκτροπή από το κανονικό, με κατεύθυνση προς το χειρότερο, το ανισόρροπο, με συμπτώματα αλλοίωσης των πνευματικών ικανοτήτων, διαστροφής του γούστου, ασυνάρτητα λόγια. Την ίδια στιγμή όμως, παρά την παθολογική της χροιά, μπορεί να δηλώνει, η ίδια αυτή λέξη, την υπρβάλλουσα ζωτικότητα, κάτι σαν ξεχείλισμα εσωτερικής ενέργειας που καταλήγει σε μια έντονη παραγωγή ψυχικής δραστηριότητα, και μ’ αυτήν την τελευταία σημασία χρησιμοποιείται εδώ.
Οι άνθρωποι που ασκούν τέτοιες παραληρηματικες δραστηριότητες, καταδικασμένοι να παραμένουν αιώνιοι υποψήφιοι δημοσιογράφοι, λογοτέχνες, ποιητές ή ό,τι άλλο, αναγκαστικά πάσχουν από ένα παραλήρημα μεγαλείου που το διαπερνά και το βασανίζει ασταμάτητα κάποιο παραλήρημα καταδίωξης. Σε μια κοινότητα πρωτοφανέρωτων ανθρώπων όπως αυτή των μπλογκ, ο μόνος άγραφος κανόνας που επικρατεί είναι να κάνεις αυτό που κανένας δεν έχει κάνει και κανένας δεν πρόκειται να κάνει, δηλαδή εκείνων που έχουν το θάρρος και το θράσος να θέλουν ξεκάθαρα κάτι το παράλογο.
Δεν έχει κανείς παρά να ψάξει να βρεί σε τι κατατείνει μια ενασχόληση που πρέπει αποκλειστικά να γίνει από έναν συγκεκριμένο πρόσωπο, εξαρτώμενη από τις ιδιαιτερότητές του για να ζυγιάσει την αξία του συλλογισμού. Ακολούθως, ας ανατρέξει στο free.e.paper manifesto αναδημοσιευμένο στο el.blog για να διαβάσει την πληρέστερη, κατά την γνώμη μου, παρουσίαση της δουλειάς ενός μπλογκερ η οποία λίγο-πολύ επιβεβαιώνει και την αλήθεια του παραπάνω ισχυρισμού.
Να ιστολογείς σημαίνει πως προσπαθείς να καταστήσεις διαρκή την ψευδαίθηση(;) της ιδιαιτερότητάς σου. Γι αυτό και στην πλειοψηφία τα ιστολόγια ομοιάζουν περισσότερο με ανοικτά ημερολόγια ή scratch books παρά με δημοσιογραφικά ή λογοτεχνικά πονήματα. Κι αν ανθούν σ’ αυτόν τον κήπο το ψέμμα, η “ανηθικότητα” και η κακογουστιά, όπως παρατηρεί ο κος Ξυδάκης, είναι γιατί πολλοί θεμελιώνουν την δική τους ιδιαιτερότητά πάνω στην ανυπαρξία της αυτής ιδιαιτερότητας στους άλλους, από τους οποίους όμως πρέπει πρώτα να αποσπάσουν την συναίνεση τους πως δεν την διαθέτουν. Με τον τρόπο αυτό τα μπλογκ συνιστούν ένα αλλόκοτο βασίλειο όπου όλα τα πράγματα που γράφονται μπορούν την ίδια στιγμή να αποτελέσουν πολύτιμη πηγή γλωσσικής, αιθητικής και βιωματικής φρεσκάδας, αλλά και μια πικρή τροφή για πάμπολλες ψυχές.
Επιμύθιο για το μπλογκιν, όπως αυτό του Βλέμματος δεν έχω. Αν όμως αναζητούσα ένα, το μέρος στο οποίο πρώτα θα κοιτούσα θα ήταν ανάμεσα στα στοιχεία που εξηγούν κατα ορισμένους την “ανθρώπινη Κολαση”: στην ανάγκη της ατομικής έκφρασης, στην χρεία να ζείς, στην επιθυμία να επιζείς, στην ηδονή να εκπλήττεις, να σκανδαλίζεις, να επιπλήττεις, στο κεντρί της ζήλιας, της μάθησης, της περιφρόνησης – σε μια ανθρώπινη υπόσταση που καίγεται απο επιθυμία.
Στο μέλλον βέβαια
όλ’ αυτα θα ονομάζονται διαφορετικά.
Πολύ ενδιαφέρουσα η διάσταση του παραληρήματος που βάζεις στο ποστ αλλά κοίτα να δείς που δεν πρόκειται να ομολογηθεί από κανέναν – θα μεταφραστεί καταλλήλως για τις ανάγκες καθενός. Επι της ουσίας όμως θα συμφωνήσουμε.
Το header που σήκωσες τα σπάει! Δικιά σου;
Ξεκινώ από το τέλος. Τη φωτογραφία τη βρήκα σε παλαιότερο ποστ του Μ.Υλό και την βρίσκω απλά τέλεια.
Περι παραληρήματος:
ξέρω οτι ο όρος αρκετά συχνά λαμβάνεται στραβά, ως μια εκτροπή από το κανονικό, με κατεύθυνση προς το χειρότερο, το ανισόρροπο, με συμπτώματα αλλοίωσης των πνευματικών ικανοτήτων, διαστροφής του γούστου, ασυνάρτητα λόγια.
Την ίδια στιγμή όμως, παρά την παθολογική της χροιά, μπορεί να δηλώνει, η ίδια αυτή λέξη, την υπρβάλλουσα ζωτικότητα, κάτι σαν ξεχείλισμα εσωτερικής ενέργειας που καταλήγει σε μια έντονη παραγωγή ψυχικής δραστηριότητας.
Με αυτήν την τελευταία έννοια τη χρησιμοποιώ στο ποστ. Δεν το θεώρησα αναγκαίο να το διασαφηνίσω στο ποστ γιατί θεώρησα πως δεν χρειάζεται να είναι κανείς λεξικογράφος για να το αντιληφθεί – ή μήπως χρειάζεται;
Απαντώ στο μέιλ σου με το που πατάω το Submit Comment.
«στην ανάγκη της ατομικής έκφρασης, στην χρεία να ζείς, στην επιθυμία να επιζείς, στην ηδονή να εκπλήττεις, να σκανδαλίζεις, να επιπλήττεις, στο κεντρί της ζήλιας, της μάθησης, της περιφρόνησης – σε μια ανθρώπινη υπόσταση που καίγεται απο επιθυμία.»
-Συμφωνώ απολύτως.
Αλλά ο Ξυδάκης στο σχόλιό του δεν συσχέτισε ευθέως μπλόγκερ-δημοσιογράφους. Διευκρίνησε τα περί διαφορετικής επαγγελματικής συνθήκης, αφενός, και μίλησε για δημοσιολογούντες, αφετέρου.
Ηθική ευθύνη έχει ο δημοσιολογών. Ορισμένως όταν μιλά για άλλους, ανωνύμως.
Αν δεν τη φέρει αυτή την ευθύνη, ο λόγος του δεν διαθέτει καμία δραστικότητα, τουλάχιστον στο δημόσιο πεδίο.
Είναι τότε απλώς το παραλήρημα του εγωτιστή — ενδιαφέρον μόνο για στυλιστική μελέτη ίσως, και ούτε καν.
Oxy,
κατ’ αρχάς ευχαριστώ για το σχόλιό σας.
Συμφωνώ μαζί σας και συνάμα διαφωνώ. Μια προκαταρκτική απορία: γνωρίζετε εσεις κανέναν που να δημοσιολογούσε ως σήμερα ενώπιον κάποιου κοινού, ακόμα και δυνητικού, και να μην είναι δημοσιογράφος ή να μην σχετίζεται με την δημοσιογραφία έστω έμμεσα;
Μόνον τον δάκσκαλο, τον καλλιτέχνη και τον πολιτικό μπορώ να σκεφθώ. Και πλησιέστερο ψυχολογικό τύπο (τύπο, με την έννοια του “μαθηματικού τύπου”) σε αυτόν του μπλογκερ, βρίσκω τον δεύτερο, για τους λόγους που ανέφερα στο κείμενο του ποστ.
Παρ’ όλα αυτά, στα περί ευθύνης, το σημείο στο οποίο βρίσκω πως θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε είναι νομίζω ο αφορισμός που είχε διατυπώσει κάποτε ο Old Boy: Αν γράφεις με ψευδώνυμο, να σέβεσαι το ψευδώνυμό σου σαν να ήταν το όνομα του πατέρα σου.
Και πάλι σας ευχαριστώ για το σχόλιό σας
1.
Δημοσιολογεί ο:
δάσκαλος, παπάς, χωροφύλαξ, πολιτικός, δημοτικός σύμβουλος κ.ά.
επίσης ο πάσα ένας στο καφενείο, στην πλατεία, στο τραπέζι, στην όποια εκκλησία δήμου.
καθως και ο πάσας ένας στα τσατ ρουμ, φόρουμ, μπλογκ κ.ο.κ. — στις imagined communities του techoscape.
2.
«Αν γράφεις με ψευδώνυμο, να σέβεσαι το ψευδώνυμό σου σαν να ήταν το όνομα του πατέρα σου.»
Το ρηθέν επιχειρεί μια αδέξια λήψη ζητουμένου. Απολήγει σε contradictio in termis.Το ψευδώνυμο είναι όνομα μόνο κατά το δεύτερο συνθετικό· το πρώτο μέρος είναι το ψεύδος.
Εστω, πάμε παρακάτω.
«Σέβεσαι»: Και ιδού η κατηγορική προσταγή. Η ηθική δέσμευση.
Να σέβεσαι το ψεύδος σου κ.λπ. Τρέχα γύρευε από τον κάθε πιτσιρίκο σιγουράντζα. Μπλόφα χωρίς ρίσκο.
[τα σέβη μου]
Oxy,
με χαροποιεί ιδιαιτέρως που επανήλθατε και που έχουμε την ευκαιρία του ήρεμου διαλόγου.
Στην ουσία του σχολίου σας. Παρατηρείτε:
Δημοσιολογεί ο: δάσκαλος, παπάς, χωροφύλαξ, πολιτικός, δημοτικός σύμβουλος κ.ά. επίσης ο πάσα ένας στο καφενείο, στην πλατεία, στο τραπέζι, στην όποια εκκλησία δήμου.
Με τις συζητήσεις του καφενείου δεν θα καταπιαστώ – τις θεωρώ ιδιωτικές κι οτι γίνονται πάντα μεταξύ γνωστών, όχι δημόσιες.
Αγνόησα τον ιερωμένο. Ωστόσο, ο ιερωμένος μαζί με τον χωροφύλακα, τον πολιτικό και τον δημοτικό σύμβουλο (κι από κοντά και τον δημοσιογράφο) συνιστούν μια κατηγορία λειτουργών που έχουν την υποχρέωση να δημοσιολογούν χωρίς ψεύδη, χωρίς εντυπωσιοθηρία και λεκτικά πυροτεχνήματα, υποχρέωση που απορρέει από τις καταστατικές αρχές του λειτουργήματος εφ ω καθείς εξ αυτών ετάχθη. Ο blogger τέτοια υποχρέωση δεν έχει από κανέναν. Είναι υπόλογος μόνο στον εαυτό του και τη συνείδησή του.
Μια παρατήρηση είναι αυτή.
Μια δεύτερη παρατήρηση στο σχόλιό σας έχει να κάνει με το περιεχόμενο του δημοσίου λόγου στα ιστολόγια.
Γνώμη μου είναι πως στα ιστολόγια κοινωνείται η πρόσληψη της πραγματικότητας από κάθε ιστολόγο, το πως δηλαδή αντιδρά (αντιδρά, με την έννοια της “χημικής αντίδρασης”) ένα γεγονός που συμβαίνει π.χ. στον εκτός διαδικτύου κόσμο με τη σκέψη, το θυμικό, με αυτό που ονομάζω στο ποστ ιδιαιτερότητα του κάθε ιστολόγου. Το “ψέμμα” ως προϊόν μιας τέτοιας αντίδρασης δεν πιστεύω πως κρύβει αναγκαία την πρόθεση και την σκοπιμότητα του ψέμματος του δημοσιογράφου ή του πολιτικού αλλά σχετίζεται κι απορρέει περισσότερο από την οργάνωση του προσωπικού σύμπαντος καθενός και τις υποθέσεις που λαμβάνει καθένας ως θεμελιώδεις.
Αντίθετα με τον μπλογκερ οι υπόλοιποι δημοσιολογούντες οφείλουν αυτήν τους την προσωπική ιδιοσύσταση να την εξωβελισουν κατά την εκφορά του δημόσιου λόγου τους.
Προσθέτω εδώ οτι η ιστολογική μου εμπειρία δεν είναι τετραετής όπως του κου Ξυδάκη. Βαδίζει μονάχα προς το τρίτο της έτος. Μου έχει δείξει όμως οτι αυτό που θα λέγαμε “ψεύδος” στην δημοσιογραφική ορολογία δεν είναι στα μπλογκ παρά το “ανθρώπινο λάθος” η συνειδητοποίηση του οποίου προκαλέι μάλλον έκπληξη και σαστιμάρα από την πλευρά του διαπράττοντος. Το μόνο ίσως “ψέυδος” που έχω απαντήσει ήταν η περίπτωση της επιστολής με την αναφορά της απόλυσης που έστειλε στον εαυτό ο manifestogr – ο οποίος το δικαιολόγησε αργότερα ως “καλλιτεχνικό πρότζεκτ”. Άλλο συνειδητό ψέμμα στα μπλογκ δεν έχω ειλικρινά δεί ακόμα γιατί απλά δεν υπάρχει και το ανάλογο συμφέρον. Η δημοφιλία; Η δόξα; Η προσέλκυση προσοχής; Αστεία κίνητρα που ενδιαφέρουν 10-20 ανθρώπους στους 9,000 (κατα sync)…
Όσον αφορά, τέλος, την contradictio in termis, θα σας έλεγα οτι βλέπετε μονάχα την μία πλευρά του νομίσματος. Επιτρέψτε μου στην οργάνωση του τμήματος του προσωπικού μου σύμπαντος που αφορά τα μπλογκ να έχω ως υπόθεση οτι το α’ συνθετικό “ψευδ-” του σύνθετου “ψευδώνυμο” δεν φέρει τη σημασία του “ψεύτικου” αλλά του “μιμητικού” όπως έχουμε στην αρχαιοελληνική και μεταγενέστερη γραμματεία λ.χ. τον Ψευδο-Πλούταρχο ή τον Ψευδο-Καλλίμαχο. Το “ψεύδ-” δήλαδή μιμείται/θυμίζει σε ιντερνετικό επίπεδο τις ποιότητες εκείνου που το δημιουργεί στον φυσικό κόσμο.
Να με συμπαθάτε για το μακροσκελές σχόλιο. Σας ευχαριστώ εκ των προτέρων για την υπομονή της ανάγνωσης.
Δεχτείτε την καλημέρα μου.
Pingback: Διάλογος πάνω στο Blog Me Tender του Ν. Ξυδάκη « τελικό σίγμα