
Ψάχνοντας ένα παλιό πέιπερ, βρήκα στην πλάτη ενός φύλλου γραμμένο το παρακάτω, με ημερομηνία Σεπτέμβρης, 2000.
Δεν θυμάμαι πότε μου έφυγε τελευταία φορά το χέρι να γράψει. Δεν ευνόησαν οι συνθήκες. Νοιώθω σχεδόν κωφάλαλος. Ούτε να μιλήσω μπορώ ούτε και ν’ ακούσω πια οτιδήποτε. Χθες-προχθές σκεφτόμουν τη ζωή μου. Μάλλον καλύτερα τη ζωή χωρίς κτητικό. Πρέπει να δω καθαρά τι είναι να κάνω με δαύτην, γιατί νοιώθω ήρθε η ώρα να ετοιμάσω την κηδεία του παιδιού μέσα μου. Να το θάψω και να το αναστήσω μετά τρείς μέρες, τρείς μήνες, τρία χρόνια, τρεις δεκαετείες…δεν ξέρω, όσο χρειαστεί. Δεν με παίρνει άλλο πάντως. Δεν σηκώνει να το βγάζω πια έξω. Κανείς δεν καταλαβαίνει τι λέει άλλωστε κι όλοι το χαστουκίζουν. Να είσαι “παιδί”, να παίζεις για το παιχνίδι και για την χαρά του, πρέπει να είναι τελικά ωνυτό δικαίωμα. Πρέπει είτε να τους τα “σκάσεις γερά” για να του επιτρέψουν βόλτες στον έξω κόσμο ή να το βλέπουν να το βγάζει βόλτα από το χέρι κάποιον τον οποίο είτε τον σέβονται ή τον φοβούνται, για να κρατιούνται έτσι μακρυά. Θέλουν ένα σκιάχτρο, και τα σκιάχτρα είναι σήμερα φτιαγμένα από τίτλους.
Φτώχεια του μυαλού μου στα εικοσι δυο…